|
Μου ζήτησαν να γράψω ένα κείμενο για την δουλειά μου. Μα τι περάσατε την ζωγραφική, για επιστήμη όπου ένα κι ένα ίσον δύο;! Άντε, σηκώνομαι το πρωί, με το τσιγαράκι, την φραπεδιά και την αμπελοφιλοσοφία μου, αρπάζω τα πινέλα μου και τα τελάρα κι όπως κοιτάζω τον ήλιο να ανεβαίνει, μου 'ρχεται η σφαλιάρα της έμπνευσης και αρχινάω;! Χα! Σας γελάσανε!
Κατ' αρχήν, μπορώ να παραδεχτώ και επισήμως ότι όχι απλά είμαι ένα παιδί της νύχτας, αλλά μια μάγισσά της. Μόλις χαθεί και το τελευταίο ίχνος από το ηλιοφώς πιάνω τα μαγικά μου ραβδάκια και κουνώντας τα ρυθμικά, απλώνω χρώματα ανάμεσα στα όνειρα του κόσμου· διασκεδάζω τις φοβίες του. Σκορπάω με την μαγική μου σπάτουλα σαν χάδι τα ακρυλικάκια μου και σαν πέπλο ομίχλης απλώνω τις χρυσόσκονές μου. Όταν δουλεύω το βράδυ ο καμβάς δεν μπορεί να μου αντισταθεί όπως του μιλάω και τον χαϊδεύω, με τον ίδιο τρόπο που χαϊδεύω και νανουρίζω και το μωρό μου. Δεν με προδίδει (εντάξει, ίσως κάποιες φορές μόνο) ώσπου να ακούσω τα κοκκόρια και τα σκυλιά που αλυχτάνε και μου λένε: «σταμάτα, ξημέρωσε». Τότε, κάθομαι αποσβολωμένη και χαζεύω το αποτέλεσμα, αλλά πιο πολύ από νύστα παρά από υπερηφάνεια ή θαυμασμό!
Ομολογώ ότι δε αισθάνομαι τυπική ζωγράφος (αν και αμφιβάλλω να υπάρχει τέτοιος ορισμός). Δεν έχω προγραμματισμό ή λογική στην δουλειά μου, μόνο ευαισθησία και παρορμητικότητα. Γιατί; Διότι, όταν έρχεται η έμπνευση δεν σε ρωτάει αν είσαι χαρούμενη ή λυπημένη, απασχολημένη ή νυσταγμένη, απορροφημένη στο ρόλο της μάνας ή της χαρωπής νοικοκυράς. Απλά σε αναγκάζει να βουτήξεις στα χρώματά σου, όπως η δίψα σε αναγκάζει να πιεις ή όπως ακριβώς είσαι αναγκασμένος να αναπνέεις.
Κι έπειτα είναι κι αυτή η φωνούλα μέσα σου (όχι, δεν είμαι συγγενής της Ζαν ντ' Αρκ). Εσύ να λες ότι είναι καλό το έργο, κι εκείνη να διαφωνεί: «Χάλια, ξανακάντο!» Ένας καλός φίλος με ρώτησε τι κάνω τους πίνακες που δεν μου «βγαίνουν» και μόνο που δεν έπεσε κάτω ακούγοντας την απάντηση: «Φρίσμπυ, πετάνε ωραία από το μπαλκόνι του 2ου ορόφου!» Πάλι καλά βέβαια που είναι και ο άντρας μου και μαζεύει αυτά τα… αδέσποτα γιατί τα αγάπαω κι αυτά κι ας είναι «μπάσταρδα»!
Ναι, η δουλειά μου, σίγουρα, δεν είναι απλή. Ίσως να είναι εξισορροπιστική και εννοίοτε ονειροπόλα, αλλά για μένα είναι χαρά και αναζήτηση μαζί, Φώς και πιότερο Φως, χρυσό και ασημί! Αγαπώ την δουλειά μου, την μυρωδιά της και την τρέλλα της. Την ενέργεια που μου δανείζει ώστε εσείς να την βλέπετε και να ονειρεύεστε. Η δουλειά μου είμαι εγώ! Και όλος μου ο κόσμος μαζί!
Καλημέρα!
|